Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Το καρναβάλι των ζώων - Από την Ε΄ τάξη



Τη φετινή χρονιά ζήσαμε μια μαγική εμπειρία και θα θέλαμε να τη μοιραστούμε μαζί σας. Όλα ξεκίνησαν λίγο πριν τα Χριστούγεννα…
Τότε ήταν που ξεκίνησε μια παράξενη φιλία. Ένα γράμμα έφτασε στην τάξη μας. Άγνωστο πως, άγνωστο από ποιον. Ο αποστολέας αυτού του γράμματος μας έγραφε ότι θα ήταν ο δικός μας Άη Βασίλης που θα μας έστελνε τα δώρα του στη διάρκεια αυτής της χρονιάς.
Στην αρχή πιστέψαμε πως ήταν η δασκάλα μας που έγραψε το γράμμα, παρόλο που μας διαβεβαίωνε πως δεν ήταν αυτή. Το μυαλό μας πήγε στον κύριο Αλέκο, τον κύριο Σπύρο, τον κύριο Γιώργο. Μέχρι και στο σύμβουλο! Ο αποστολέας όμως δε φανερωνόταν.
Δε μας ξέχασε όμως. Έμεινε πιστός στη υπόσχεσή του. Σχεδόν κάθε μήνα μας έστελνε κι ένα δώρο: μια ιστορία! Τις διαβάζαμε στην τάξη και του γράφαμε τις σκέψεις μας γι΄ αυτές. Τα γράμματά μας τ΄ αφήναμε στην τσέπη της δασκάλας μας και με κάποιο περίεργο τρόπο φτάνανε σ΄ αυτόν.
Θα μας πείτε τώρα τι σόι δώρο μπορεί να είναι μια ιστορία; Και η αλήθεια είναι ότι όταν διαβάσαμε τη λέξη «δώρα», κάποιοι από εμάς ονειρεύτηκαν play station, άλλοι λαπ-τοπ, κάποιοι μάλιστα σκέφτηκαν πως το τέλειο δώρο θα ήταν να ρίξει τόσο χιόνι που θα έκλειναν τα σχολεία!
Κι όμως, κάθε μήνα περιμέναμε με ανυπομονησία τη νέα ιστορία. Όποτε τις διαβάζαμε, μαθαίναμε καινούρια πράγματα, γελούσαμε (ο μυστηριώδης φίλος μας έχει πολύ χιούμορ),  προβληματιζόμασταν.
Μια από αυτές τις ιστορίες που αγαπήσαμε πολύ, θέλουμε να τη μοιραστούμε και με σας.
Η ιστορία αυτή χωρίζεται σε σκηνές που γράφτηκαν πάνω στο έργο του Γάλλου συνθέτη Καμίλ Σεν Σανς ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΩΝ ΖΩΩΝ. Για τις ανάγκες της σημερινής γιορτής φτιάξαμε μια περίληψη της ιστορίας και θα σας παρουσιάσουμε λίγες μόνο σκηνές. Ελπίζουμε να την απολαύσετε, όπως την απολαύσαμε κι εμείς όσες φορές κι αν τη διαβάσαμε!


Το καρναβάλι των ζώων


            Μια φορά κι έναν καιρό, ζώα, πουλιά και ψάρια πήραν μέρος σε μια μυστική συνέλευση. Μαζεύτηκαν σ’ ένα μέρος εξίσου μυστικό. Κανείς δεν θα μπορούσε να βρει εκείνο το μέρος, αν ήθελε να κρυφακούσει τη συζήτησή τους. Το μόνο που ξέρουμε ήταν ότι συναντήθηκαν στο ξέφωτο ενός μεγάλου πάρκου, κοντά στις όχθες μιας ήσυχης κι απόμερης λιμνούλας.
            Άλλα από αυτά ζούσαν στο δάσος και άλλα στη ζούγκλα. Μερικά ήταν οικόσιτα, έμεναν δηλαδή στα σπίτια και στα χωράφια των ανθρώπων. Και, όπως γίνεται πάντα όταν μαζεύεται πολύς κόσμος, μετά τις αγκαλιές, τα φιλιά και τα καλωσορίσματα, άρχισαν  οι γκρίνιες κι οι παρεξηγήσεις.
            -Κάντε πιο πέρα γιατί μας ζορίζετε, έλεγαν τα μικρά ζώα στα μεγαλύτερα, που τα είχαν στριμώξει.
            -Εσείς να κάνετε πιο πέρα, απαντούσαν τα πιο ογκώδη που είχαν πιάσει όλο το χώρο, του λόγου σας βολεύεστε, εμείς δεν μπορούμε ούτε να κουνηθούμε.
            Λόγο στο λόγο, άρχισαν να μαλώνουν κι η συνέλευση ούτε που πρόλαβε ν’ αρχίσει. Κανείς δε θυμόταν για ποιο λόγο είχαν συγκεντρωθεί εκεί κι ούτε κι εμείς ξέρουμε να σας το πούμε…
            Εκείνο που σίγουρα ξέρουμε είναι ότι… μια φορά κι έναν καιρό, ζώα, πουλιά και ψάρια που ζούσαν άλλα στο δάσος, άλλα στη ζούγκλα κι άλλα στα σπίτια και στα χωράφια των ανθρώπων πήραν μέρος σε μια συνέλευση κι αυτή η συνέλευση εξελίχτηκε σ’ ένα παράξενο καρναβάλι.
            Γιατί τα ζώα, που άρχισαν να τσακώνονται στην αρχή για το χώρο, σύντομα το πήραν πατριωτικά και βάλθηκαν να μαλώνουν για το ποιο απ’ όλα είναι το πιο προικισμένο… Κι όπως γίνεται στο καρναβάλι των ανθρώπων, που ο καθένας παρουσιάζει τη στολή του για να ψηφίσουν οι άλλοι την πιο πετυχημένη, έτσι και στο καρναβάλι των ζώων συμφώνησαν όλα να αυτοπαρουσιαστούν για ν’ αποφασιστεί από τη συνέλευση ποιο ζώο διαθέτει εκείνα τα προτερήματα που το κάνουν από τα υπόλοιπα το πιο ξεχωριστό.    



Πρώτα βγήκε μπροστά το ΛΙΟΝΤΑΡΙ

            Όχι τώρα να το παινευτώ, αλλά φαντάζομαι πως συμφωνείτε ότι δεν υπάρχει πιο περήφανο και μεγαλοπρεπές ζώο από μένα… Τι, τυχαία είμαι νομίζετε ο βασιλιάς της ζούγκλας;… Για δέστε περπάτημα… Αυτοκρατορικό! Για κοιτάξτε χαίτη… Αγνό, παρθένο μαλλί. Χρησιμοποιώ σαμπουάν με δαφνόλαδο και αβοκάντο, αν θέλετε να ξέρετε… Είμαι λίγο καβγατζής, δεν το αρνούμαι, αλλά έχω και μια υπόληψη να υπερασπιστώ. Γενικά, τρώω τον άμπακο, ρεύομαι με θόρυβο κι άμα είμαι χορτάτος το ρίχνω στον ύπνο. Ωραίο πράμα η τεμπελιά… Αλλά, όταν είμαι ξύπνιος και δεν κυνηγάω ή δεν τσακώνομαι με κανένα, ρίχνω κάμποσους βρυχηθμούς που κάνουν τους υπόλοιπους να τρέμουν απ’ το φόβο τους. Θέλετε ν’ ακούσετε;

Μετά το λιοντάρι παρουσιάστηκαν οι κότες με τα κοκόρια καμαρώνοντας, ανάμεσα στα άλλα, πως κανείς δεν ξεθάβει σκουλήκια γρηγορότερα από αυτά! Πήραν και δώσαν τα κακαρίσματα!

Σειρά είχαν οι ζέβρες που επεδείκνυαν τις ασπρόμαυρες στολές τους.
- Η χαίτη μας κοντοκουρεμένη και κομψή… Όχι αφάνα σαν του λιονταριού!, δήλωσαν με περρίσια περηφάνια και άρχιζαν να καλπάζουν.



Αργά-αργά, έκαναν την εμφάνισή τους δύο τεράστιες ΧΕΛΩΝΕΣ

            -Κοντεύουμε;…
            -Μπα, έχουμε ακόμη…
            -Όχι, γιατί μου φαίνεται ότι πάμε γρήγορα…
            -Γρήγορα;! Μη με τρομάζεις τώρα…
            -Καλά, καλά… Δε σ’ έβρισα κιόλας αδερφέ. Βιαζόμαστε; Δε βιαζόμαστε.
            -Γιατί να βιαστούμε;… Μέχρι τα εκατόν πενήντα μας έχουμε καιρό…
            -Σωστά. Όποιος έχει τόσα χρόνια ζωής μπροστά του έχει κι υπομονή.
            -Άσε, δηλαδή, που εμείς, εκτός από υπομονή, έχουμε και καλή όσφρηση.
            -Και, επιπλέον, ιδιόκτητο τροχόσπιτο!
            -Αμέ… Όποτε κάνουμε κέφι, κατεβάζουμε ρολά και το ρίχνουμε στον ύπνο.
            -Θα βρούμε όμως τίποτε να τσιμπήσουμε; Είμαι βετζετέριαν, ξέρεις...
            -Κι εγώ χορτοφάγος είμαι. Ξέρεις καμιά χελώνα που να τρώει παϊδάκια;
            -Δεν τ’ αφήνεις αυτά;… Η πολλή σκέψη με κουράζει.
            -Και μένα το ίδιο. Εγώ, μάλιστα, κουράζομαι και μόνο που σου μιλάω…
            -Καλά… Δε μου είπες όμως, κοντεύουμε;
            -Μπα, έχουμε ακόμη…

Σέρνοντας το χοντρόπετσο κορμί του, παρουσιάστηκε ο ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ.


            Είμαι από την Ασία. Ζυγίζω κάτι λιγότερο από τον Αφρικανό ξάδερφό μου που κουβαλάει έξι ολόκληρους τόνους αλλά, δεν μπορώ να πω, τα ’χω κι εγώ τα κιλάκια μου… Ο πολύς κόσμος με λέει κεφάλα! Δίκιο έχει, είναι λίγο μεγάλο το κεφάλι μου αλλά, σας βεβαιώνω, πολύ βολικό. Πρώτα-πρώτα, έχει ενσωματωμένες δυο πολύ αποτελεσματικές βεντάλιες. Σωστά καταλάβατε. Με τ’ αυτιά μου κάνω αέρα όταν σκάω απ’ τη ζέστη… Έπειτα, αν θέλετε να ξέρετε, μ’ αυτά διώχνω και τα κουνούπια! Όσο για την προβοσκίδα μου, δεν υπάρχει πιο χρήσιμο εργαλείο για ν’ αρπάζω το φαϊ μου κι ό,τι άλλο θέλω… Τα δόντια μου –χαυλιόδοντες νομίζω τα λέτε εσείς– ζυγίζουν κάτι παραπάνω από τριάντα κιλά ο καθένας! Πιστεύω πως αυτά φτάνουν και περισσεύουν για να μη σκοτίζομαι που δεν παίρνω μέρος στα τοπικά καλλιστεία… Το ξέρω ότι δεν είμαι όμορφος. Τα μάτια μου είναι μικρά και, για να λέμε την αλήθεια, είμαι λίγο στραβούλιακας. Το δέρμα μου είναι θαμπό και γκρίζο. Ούτε όλες οι αντιρυτιδικές κρέμες του κόσμου δεν θα έφταναν για να το ξεζαρώσουν. Αλλά, δε βαριέσαι… Σκασίλα μου! Έχω θαυμάσια όσφρηση και κολυμπάω περίφημα. Επιπλέον, έχω μνήμη καταπληκτική. Τίποτα δεν ξεχνάω… Μπορώ και να σκούζω! Μάλιστα, σκούζω τόσο καλά, που μπορώ να κοκαλώσω μυρμήγκι σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων! Θέλετε ν’ ακούσετε;…    

Μετά, έρχονται χοροπηδώντας δυο ΚΑΓΚΟΥΡΟ.


            -Εμείς ερχόμαστε από την Αυστραλία!
            -Είμαστε πηδηχτούληδες κι αταχτούληδες!
            -Κι έχουμε ένα περίεργο όνομα: καγκουρό.
            -Όμως πιο περίεργος κι από τ’ όνομά μας, είναι ο τρόπος που το αποχτήσαμε.
            -Το πραγματικό μας όνομα –βλέπετε– είναι γολαρού!
            -Ή γαλαμπί! Έτσι μας λένε οι ντόπιοι κάτοικοι της Αυστραλίας.
            -Όμως ο πρώτος Ευρωπαίος που μας συνάντησε μας ονόμασε καγκουρό!
            -Ρώτησε τους ντόπιους τι ζώα είμαστε κι εκείνοι απάντησαν «πάνω-κάτω»!
            -Δηλαδή «πηδηχτοί»!
            -Κι είναι αλήθεια πως είμαστε πηδηχτούληδες… Πολύ πηδηχτούληδες!
            -Και αταχτούληδες… Πολύ αταχτούληδες!
            -Και μας αρέσουν τα μυστικά.
-Βλέπετε αυτό το σακούλι στην κοιλιά μας;
-Αν κρύψουμε κάτι εκεί μέσα, κανείς από σας δεν πρόκειται να το δει.
-Θέλετε να μάθετε και κάτι άλλο; Είμαστε δενδρόβιοι…
-Μας αρέσει δηλαδή να ζούμε στα δέντρα.
-Αλλά πιο πολύ απ’ όλα μας αρέσει να χοροπηδάμε.
-Είμαστε πηδηχτούληδες… πώς αλλιώς να σας το πούμε;




Στη συνέχεια έρχονται όλα τα υδρόβια πλάσματα ενός ΕΝΥΔΡΕΙΟΥ.   


            -Αγαπάτε το κολύμπι; Εμείς πολύ…
-Δεν έχουμε πολύ μεγάλη άπλα μέσα στο ενυδρείο, αλλά δεν είναι κι άσχημα.
-Ναι, όταν σ’ αφήνουν οι συγκάτοικοι!
-Εμείς, οι ιππόκαμποι, είμαστε φιλήσυχοι. Δε μας αρέσουν οι φασαρίες.
            -Ούτε και στ’ αγγελόψαρα αρέσουν! Δυστυχώς, δεν είναι όλοι το ίδιο.
            -Για μας το λέτε; Που κοντεύουμε να ψοφήσουμε από τη βαρεμάρα;
            -Βαρεμάρα;!… Συγγνώμη που δε σας αφήνουμε να μας δαγκώνετε τις ουρές!
            -Σιγά το πράμα… Τι ξενέρωτοι! Καθόλου δράση δεν υπάρχει εδώ μέσα.
            -Άμα θέλετε δράση, να πάτε αλλού. Εδώ είναι ενυδρείο!
            -Ενυδρείο, όχι νοσοκομείο… Κι εμείς, τα τιγράκια, είμαστε ζωηρά.
            -Όχι περισσότερο από τα ψάρια κλόουν! Είμαστε, άλλωστε, διάσημα γι’ αυτό.
            -Κανονικοί σταρ του σινεμά! Δεν πιστεύω να μην ξέρετε το Νέμο...
            -Ε, και;… Υπάρχουν κι άλλοι φημισμένοι σ’ αυτό το ενυδρείο.
            -Εγώ, για να μαθαίνετε, σαν ψάρι δράκος, έχω τη φήμη  ότι φέρνω τύχη!
            -Ναι, αλλά εσύ ο ίδιος είσαι καντέμης…
-Θυμάσαι τότε που καμακώθηκες στη διακοσμητική άγκυρα του ενυδρείου;
-Είδαμε και πάθαμε να σε ξεκολλήσουμε από το γάντζο!
            -Δεν αφήνετε τις σαχλαμάρες; Ζαλάδα μ’ έπιασε με τη φλυαρία σας.
            -Εγώ πάω να κολυμπήσω…
            -Κι εγώ να κάνω τη σιέστα μου…
            -Εγώ λέω να βγάλετε το σκασμό!
            -Το παραχοντρύναμε μου φαίνεται… κι έρχεται κι η ώρα του φαγητού.
            -Σωστά! Με τόσα νεύρα θα δυσκολευτούμε στη χώνεψη.
            -Φρίκη! Εγώ στρίβω… Πάω μια βολτίτσα για να ξεμουδιάσω…
            -Κι εγώ το ίδιο. Καλύτερα να την αράξω. Δεν υποφέρεστε πια. Καβγατζήδες!
            -Ενοχλητικοί!
            -Ψώνια!  

Εμφανίζονται δυο ΓΑΪΔΑΡΟΙ, κουτσαίνοντας και γκρινιάζοντας.


            -Ζέστη σήμερα!
            -Μόνο ζέστη; Καύσωνας!
            -Γιατί κουτσαίνεις όμως;
            -Σήμερα βρήκε να μου βγάλει το λάδι τ’ αφεντικό μου…
            -Χτες, δηλαδή, δε στο ’βγαλε;
            -Μωρέ, και χτες και προχτές! Εσύ γιατί κουτσαίνεις;
            -Και μένα το λάδι πήγε να μου βγάλει το δικό μου αφεντικό…
            -Αλλά…;
            -Δεν πρόλαβε! Μ’ έπιασε το πείσμα μου…
            -Κατάλαβα… Του τράβηξες μια κλωτσιά, που όλη δική του ήταν!
            -Ακριβώς! Σκέφτηκα, να διαμαρτύρεσαι μόνο, δεν ωφελεί…
-Σωστά. Πρέπει ν’ αντιδράς κιόλας. Μα τότε, γιατί κουτσαίνεις;
-Ε, δεν καταλαβαίνεις;
            -Μάλλον σου τσάκισαν τα καπούλια με τη μαγκούρα.
            -Ναι. Δεν το μετάνιωσα όμως. Θα ’ρθει μια μέρα που δεν μπορεί…
            -Κι οι γάιδαροι ακόμα θα ξεσηκωθούνε!

Στη σκηνή κάνει την εμφάνισή του ένας ΚΟΥΚΟΣ.


            Ωραίο είναι το δάσος την άνοιξη! Δροσερό, σκιερό και μυστηριώδες… Αλλά κι εγώ, ο κούκος, είμαι ένα μυστηριώδες πουλί. Πρώτα-πρώτα, μ’ αρέσει ένα πράγμα που εσείς το σιχαίνεστε… Λατρεύω τις τριχωτές κάμπιες των πεύκων! Μεζεδάκι φίνο. Εγώ τις καταβροχθίζω κι εσείς τις ξεφορτώνεστε. Έχω όμως κι άλλη παραξενιά. Συνηθίζω ν’ αφήνω τ’ αυγά μου στις ξένες φωλιές. Από δω τα ’χω, από κει τα φέρνω, πετυχαίνω και τα γεννάω έτσι που να μοιάζουνε με τ’ αυγά των αλλονών! Κι όποιος νομίζει ότι δε χρειάζεται μαεστρία για μια τέτοια δουλειά είναι πολύ γελασμένος… Και να δείτε που τα υπόλοιπα χαζοπούλια το χάβουνε το παραμύθι. Τα περνάνε για δικά τους και μου τα κλωσάνε κανονικά. Μερικές φορές, ο γιόκας ή η κοράκλα μου βγαίνουν μεγαλύτεροι από τους θετούς γονείς τους… Ακόμα κι έτσι, εκείνοι οι βλάκες τα μεγαλώνουν σα να ήτανε τα αληθινά τους παιδιά! Μόνο το μυγοχάφτη δεν καταφέρνω να ξεγελάσω… Μπορεί να χάφτει μύγες, αλλά δεν το τρώει με τίποτα πως είναι δικό του το κουκο-αυγό. Τι να γίνει;… Δεν μπορείς να τα έχεις όλα. Τα παιδιά μου, πάντως, βγαίνουν ατσίδες σαν και μένα. Μόλις ξεμυτίσουν, δίνουν μια στα υπόλοιπα αυγά και τα πετάνε κάτω. Έτσι το κανάκεμα από τους ψευτο-γονείς το ’χουν εξασφαλισμένο! Έχει η ζωή μυστήρια… Μ’ αρέσει επίσης και να λέω την ώρα. Οι άνθρωποι, επειδή φαίνεται το ξέρουν, φτιάχνουν μικρά ξύλινα πουλάκια-κούκους και τα βάζουν μέσα σε ρολόγια-σπιτάκια. Κάθε φορά που συμπληρώνεται μια ώρα     –μερικές φορές και στη μισή –λαλάω απ’ τη χαρά μου. Κούκου! Α, και να το θυμάστε… Ένας μόνο κούκος δεν φέρνει την άνοιξη. Χρειάζονται πολλοί μαζί για να γίνει κάτι. Πρέπει να μαζευτούν κάμποσοι για να τα καταφέρουν. Κούκου!  

Έρχονται πετώντας τα ΠΟΥΛΙΑ.

            -Είμαστε τα πουλιά!
            -Καρδερίνες…
            -Κοτσύφια…
            -Σπίνοι…
            -Κοκκινολαίμηδες…
            -Όταν πετάμε μαζί, είναι σα να σηκώνεται ένα σύννεφο πολύχρωμων φτερών!
            -Εμάς τις καρδερίνες μας λένε και τουρκοπούλες.
            -Γιατί το κόκκινο χρώμα του κεφαλιού μας φαντάζει σα να φοράμε φέσι…
            -Μερικές φορές μας λένε γαρδέλια ή στραγαλιάνους!
            -Όπως κι αν μας λένε, τραγουδάμε υπέροχα…
            -Ναι αλλά εμείς τα κοτσύφια κελαηδάμε καλύτερα! Σα ν’ ακούγεται αυλός.
            -Μπορεί να κελαηδάτε καλά, αλλά μοιάζετε με νεκροθάφτες.
            -Γι’ αυτό σας λένε και μαυροπούλια! Κατάμαυρα όπως το κάρβουνο!
            -Για δες που σηκώσανε κεφάλι κι οι σπίνοι!
            -Γιατί δηλαδή να μην το σηκώσουμε; Έχουμε πολύ ωραίο κεφάλι!
            -Όχι όμως ωραιότερο από εμάς τους κοκκινολαίμηδες…
            -Και να μην ξεχνάτε πως οι κοκκινολαίμηδες είμαστε τ’ αηδόνια του χειμώνα.
            -Οι κοκκινολαίμηδες; Που σας λένε και Καλογιάννους; Πουφ!
            -Πουφ;!… Είπατε πουφ;! Και γιατί παρακαλώ;
            -Μα είναι σουλούπι αυτό, που μιλάτε κιόλας; Εσείς δεν έχετε καθόλου λαιμό.
-Είστε σα να σας έμπηξαν το κεφάλι κατευθείαν στα φτερά σας!
-Θέλετε μερικές τσιμπιές στο δικό σας το λαιμό;…
-Τι ζοριλίκια είναι αυτά; Δε βαρεθήκατε πια να μαλώνετε;
-Τσου… Άμα δε μαλώσουμε δεν περνάει και η ώρα.
- Καλά… Άντε τώρα να φύγουμε. Τέρμα για σήμερα ο καβγάς…


             Αφού παρουσιάστηκαν όλα, τα ζώα, τα πουλιά και τα ψάρια που πήραν μέρος στο καρναβάλι των ζώων αναγκάστηκαν να παραδεχτούν ότι δεν είχαν καταφέρει ν’ αποφασίσουν τίποτα. Ποιο ήταν το πιο προικισμένο; Δεν ήξεραν να πουν! Όλοι διαφωνούσαν.
Τότε ήταν που έκανε ξαφνικά την εμφάνισή του ένας κύκνος.
           

            Πραγματικά, δεν καταλαβαίνω γιατί ψάχνετε να δώσετε απάντηση σ’ ένα πρόβλημα που δεν είναι καν πρόβλημα. Τι σημασία έχει ποιος από μας είναι ο πιο προικισμένος;… Ο καθένας έχει και προτερήματα και ελαττώματα, αλλά μονάχα ένας μας ξεπερνάει όλους στο κάθε τι. Κι αυτόν τον ένα δεν τον πιάνει το μάτι σας γιατί δεν έχει ούτε μεγάλο όγκο, ούτε γερά νύχια, ούτε δυνατά πόδια, ούτε φτερά, ούτε βράγχια. Κι όμως! Έχει μεγαλύτερη δύναμη από τον ελέφαντα, ξεπερνάει σε ταχύτητα τις ζέβρες, μπορεί να πετάξει ψηλότερα από τα πουλιά, κολυμπά στο βυθό της θάλασσας καλύτερα από τα ψάρια, κάνει μεγαλύτερα άλματα από τα καγκουρό. Είναι πιο περήφανος από το λιοντάρι, πιο πρακτικός από τις κότες, πιο πονηρός από τον κούκο, πιο υπομονετικός από τις χελώνες, πιο πεισματάρης από το γάιδαρο. Όταν το θέλει, κινείται με περισσότερη χάρη από τον κύκνο και παράγει ήχους μελωδικότερους απ’ όλα τ’ αηδόνια του κόσμου… Είναι ένας γίγαντας που έχει τα προτερήματα όλων μας μαζί! Αυτόν το γίγαντα δεν μπορούμε να τον ξεπεράσουμε όσο κι αν προσπαθήσουμε, ούτε θα το καταφέρουμε ποτέ. Θέλετε να μάθετε ποιος είναι;… Ίσως σας φανεί παράξενο γιατί δεν ήτανε πάντα έτσι. Χρειάστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια για να ξεχωρίσει από το είδος του ζώου που ήταν κάποτε και να γίνει αυτό που είναι σήμερα. Αλλά μια και το κατάφερε, χάρη στα χέρια και το μυαλό του που του επέτρεψαν να φτάσει εδώ που έφτασε, εμείς δεν είμαστε τίποτα μπροστά του. Γιατί εκείνος, αν και δεν είχε κανένα από τα δικά μας χαρίσματα, μπόρεσε με δουλειά να τα κάνει κι αυτά δικά του… Ο γίγαντας που σας λέω είναι ο άνθρωπος!

            Ακούγοντας το χαριτωμένο κύκνο, τα ζώα, τα πουλιά και τα ψάρια που ζούσαν στο δάσος ή στη ζούγκλα, στα σπίτια ή στα χωράφια των ανθρώπων ένιωσαν ανακούφιση… Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας λόγος να μαλώνουν. Γιατί να το κάνουν αφού, ακόμη και τα μικρά παιδιά των ανθρώπων ήταν τόσο πιο έξυπνα και πιο ικανά κι από το πιο προικισμένο ζώο;… Έτσι, αποφάσισαν να διαλύσουνε τη συνέλευση που είχε εξελιχτεί σε Καρναβάλι των Ζώων και να την ξανακάνουν μία άλλη φορά με το κανονικό θέμα της… αν κάποιος κατάφερνε κάποτε να θυμηθεί ποιο ήταν αυτό. Γιόρτασαν το τέλος της συνάντησής της μ’ ένα εξαιρετικό μουσικό ΦΙΝΑΛΕ, χωρίς αυτή τη φορά να παραστήσουν οι ίδιοι τους μουσικούς. Γι’ αυτό, άλλωστε, κι ήταν τόσο εξαιρετικό. Αλλιώς, θα είχε κουφαθεί όλη η πανίδα κι όλη η χλωρίδα της γύρω περιοχής…  

Φωτογραφίες από την επίσκεψη της μυστηριώδους αποστολέα (κατά κόσμον συγγραφέα κα Εύη Κοντόρα) στην τάξη μας, που πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιουνίου 2010.